ΧΟΡΤΙΑΤΗΣ Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ

Στην ανατολική πλευρά της Θεσσαλονίκης δεσπόζει η μορφή του άγνωστου και μοναχικού Χορτιάτη. Τον βλέπουμε να ξεπροβάλλει μοναχικός όταν ερχόμαστε είτε από Αθήνα είτε από Καβάλα. Δυστυχώς λίγοι ξέρουν τις ομορφιές που κρύβει αυτό το βουνό και πολύ λιγότεροι τις απολαμβάνουν.

Χώριζε ανέκαθεν την Μυγδονία (σημερινή περιοχή Λαγκαδά) απο την κοιλάδα του Ανθεμούντα (περιοχή Βασιλικών-Θέρμης). Στις πλαγιές του ξεφύτρωσαν και άνθησαν απο την αρχαία εποχή οικισμοί, ιερά και μοναστήρια πολλά απο τα οποία σώζονται και σήμερα: Χορτιάτης (χωριό), Θέρμη, Αρδαμέρι (παλιά έδρα επισκοπής!), Μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας, Περιστερά. Ο Χορτιάτης, γνωστός με το προελληνικό θρακικό όνομα “Κισσός” (αρχαικά ‘Κίσσος’), είναι από τους παλιότερους οικισμούς της περιοχής, γνωστός ακόμα από τα χρόνια του Ηροδότου. Σύμφωνα με τον Στράβωνα, ο βασιλιάς της Θράκης Κισσεύς (ή Κισσής) έχτισε στους πρόποδες του βουνού την πρωτεύουσά του, τον Κισσό. Κόρη του ήταν η Θεανώ και εγγονοί του ο Κόωνας και ο Ιφαδάμαντας, που σκοτώθηκαν απο τον Αγαμέμνονα μετά απο σκληρή μάχη κατα τον Τρωικό πόλεμο. Από τους Ρωμαϊκούς χρόνους, η περιοχή τροφοδοτούσε την Θεσσαλονίκη με νερό. Ερείπια του θαυμάσιου υδραγωγείου σώζονται δίπλα στο χωριό. Κατά την Βυζαντινή Εποχή η περιοχή γνώρισε νέα ακμή με την ίδρυση λαμπρών μοναστηριών με σημαντικότερη την “Μονή του Χορταΐτου” ερείπια της οποίας σώζονται και σήμερα στο χωριό. Το όνομα του σημερινού χωριού είναι παραφθορά του ονόματος της μονής. Στο μοναστήρι αυτό κατέφυγε για να σωθεί ο ‘δεσπότης’ (διοικητής) της Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνος κατά την στάση της πόλης το 1322 εναντίον του Βυζαντινού αυτοκράτορα Ανδρόνικου του Β’. Από την Βυζαντινή Εποχή σώζεται το πανέμορφο εκκλησάκι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος νησιωτικού οκταγωνικού τύπου του 12ου αιώνα. Τα δείγματα αυτής της αρχιτεκτονικής είναι πολύ περιορισμένα στην ηπειρωτική Ελλάδα. Οι Τούρκοι κατέστρεψαν την μονή αλλά το χωριό επέζησε. Το χωριό γνώρισε ένα πραγματικό ολοκαύτωμα όταν στις 2 Σεπτεμβρίου 1944 οι Γερμανοί έκαψαν το χωριό και σκότωσαν 149 κατοίκους. Πολλούς από αυτούς τους έκαψαν ζωντανούς στον φούρνο Γκουραμάνη.

Το μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας, που έχει εντυπωσιακή θέση και κτίρια στις νότιες πλαγιές του Ομβριανού, παρακλαδιού του Χορτιάτη, είναι αφιερωμένο στην Αγία Αναστασία την Φαρμακολύτρια που έζησε και μαρτύρησε στην Θεσσαλονίκη το 304 μ.Χ με κάψιμο στην πυρά κατα τους διωγμούς του Διοκλητιανού. Η Αγία Θεοφανώ, αυτοκράτειρα του Βυζαντίου, σύζυγος του Λέοντα ΣΤ’ Σοφού (886-912 μ.Χ.) ήταν η πρώτη κτήτωρ του μοναστηριού το οποίο και ευεργέτησε το 888 μ.Χ. Η μονή ανακαινίσθηκε και χτίστηκε από τον Άγιο Θεωνά το 1522, όταν την βρήκε έρημη και ερειπωμένη. Το μοναστήρι άκμασε πνευματικά και οικονομικά κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Είχε μετόχια και κτήματα στην Θεσσαλονίκη, Χαλκιδική, Βλαχία και Ρωσία. Η μονή καταστράφηκε το 1789. Πήρε ενεργό μέρος στην επανάσταση του ‘21. Τα εμπορικά της πλοία πολέμησαν στην ναυμαχία του Τορωναίου κόλπου και καταστράφηκαν. Η μονή καταστράφηκε πλήρως τις 12 Ιουνίου 1821 ακολουθώντας την μοίρα της Χαλκιδικής. Ανοικοδομήθηκε το 1832 και στις αρχές του αιώνα μας είχε περίπου 20 μοναχούς. Σήμερα έχει μόνο 2-3 μοναχούς. Από το 1921 μέχρι το 1971 λειτούργησε στο μοναστήρι εκκλησιαστική σχολή, της οποίας το κτίριο δεσπόζει στον χώρο της μονής. Η μονή ανήκει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και είναι σταυροπηγιακή (απο την στερέωση σταυρού σταλμένου απο τον Πατριάρχη στα θεμέλια σαν ένδειξη της δικαιοδοσίας του). Η κορυφή πάνω απο την μονή είναι ιδανική για εξορμήσεις αιωροπτεριστών. Απολαύστε τους, καθώς γλυστρούνε πάνω απο τα κεφάλια σας.

Η Περιστερά είναι πολύ παλιός οικισμός που διατηρούσε μέχρι πρόσφατα την χαρακτηριστική μακεδονική αρχιτεκτονική στα σπίτια της (δυστυχώς όχι πλέον λόγω του άναρχου χτισίματος). Στο κέντρο του χωριού είναι ο πανέμορφος ναός του Αγίου Ανδρέα, παλιό καθολικό της μονής των Περιστερών ή του Περιστερώνος, απ όπου και το όνομα του χωριού. Η αρχιτεκτονική του ναού είναι σπάνια μιάς και ο ναός είναι τετράκογχος σταυρικός και έχει πέντε τρούλους. Στο προαύλιό του βλέπουμε αρχαία γλυπτά, προφανώς από τοπικές ανασκαφές. Στην πλατεία δίπλα της υπάρχει μιά πανέμορφη βρύση-πηγή με πολύ νερό όλο τον χρόνο. Η μονή ιδρύθηκε από τον Άγιο Ευθύμιο τον νέο το 870 μΧ και έδωσε το όνομά της στο χωριό. Το χωριό παραχωρήθηκε στην Μονή Μεγίστης Λαύρας το 964 μΧ. Αναφέρεται σαν οικισμός το 1109μΧ. Το 1321 στο χωριό υπήρχαν ασημόμυλοι, δείγμα μεταλλευτικών δραστηριοτήτων. Στην περιοχή υπάρχουν ‘αγραμάδες’, λιθοσωροί που δείχνουν την εκμετάλλευση παλιών επιφανειακών χρυσοφόρων στρωμάτων στην αρχαία εποχή (οι αρχαίοι χρυσοθήρες μετακινούσαν τις πέτρες σε κοίτες χειμάρρων ώστε να αποκαλυφθούν καινούριες φλέβες χρυσού).

Μπορείτε να φανταστείτε ότι θα βρίσκατε φυσικά παγοποιεία στο δάσος; Και όμως υπάρχουν στην διαδρομή Χορτιάτης-Καταφύγιο ΣΕΟ!. Η παραγωγή πάγου ήταν ένα αρχαίο προσοδοφόρο επάγγελμα για τους Χορτιατινούς και τους Λιβαδιώτες. Επέζησε μέχρι την δεκαετία του πενήντα (ακόμα ζουν κάποιοι παγοποιοί), όταν πια τα ηλεκτρικά ψυγεία κατέστρεψαν το επάγγελμα αυτό. Παλιότερα ο πάγος ήταν πολύτιμος στην Θεσσαλονίκη, στην αγορά για την διατήρηση των προϊόντων και στα καλά σπίτια για να δροσίζει τις κυράδες τις αποπνικτικές μέρες του καλοκαιριού. Ο πάγος γινόταν σ’ αυτούς τους λάκκους (τρύπες) που βλέπουμε σε ανήλια μέρη του βουνού στις παγωνιές του χειμώνα (όταν είχε αυστηρό κρύο, όπως είπε και ένας παγοποιός στον συνεργάτη της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας 97). Υπήρχαν δύο λάκκοι: ένας πλατύς και ρηχός (μπάρα) και ο άλλος βαθύς και στενός (μαγαζί). Στον πλατύ λάκκο πάγωνε το νερό. Οι παγοποιοί έσπαζαν τον πάγο 1-2 φορές μέχρι να ξαναπαγώσει το νερό και ο πάγος να γίνει μερικά εκατοστά πάχος. Τότε τον τοποθετούσαν στον βαθύ λάκκο ανάμεσα σε ξερά φύλλα οξυάς που αφθονούν τριγύρω και το καλοκαίρι τον κατέβαζαν με τα άλογα για να δροσίσουν την Θεσσαλονίκη. Αυτή είναι η ιστορία ενός επαγγέλματος που έχει μπει στην ιστορία για πάντα.

Ο Χορτιάτης πάντα ξεδιψούσε την Θεσσαλονίκη. Το Ρωμαϊκό Υδραγωγείο μετέφερε νερό από τις πηγές του Χορτιάτη στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Χτίστηκε από τους Ρωμαίους και επισκευάστηκε από τους Βυζαντινούς και, αργότερα, από τους Τούρκους. Διπλα στο χωριό διακρίνονται οι φάσεις της κατασκευής του. Το νερό μεταφερόταν με φυσική ροή με κανάλι (γκιρίζι) ορθογωνικής διατομής, επιχρισμένο εσωτερικά με κουρασάνι και σκεπασμένο με πλάκες. Το κανάλι ακολουθούσε την διαδρομή Χορτιάτης-Καμάρα-Διασταύρωση Πανοράματος-Εξοχή-Ανω Πόλη. Το νερό συγκεντρωνόταν στην ‘κινστέρνα’ (δεξαμενή) της μονής Βλατάδων και από εκεί διανεμόταν στις βρύσες της πόλης. Ηταν συχνά αιτία αντιδικίας των Θεσσαλονικέων με τους μοναχούς που το θεωρούσαν μοναστηριακό και κάπου-κάπου το ρύπαιναν για να μην είναι πόσιμο απο τους κατοίκους. Μερικές φορές, τέτοιες αντιδικίες έφθαναν μέχρι τον Πατριάρχη για επίλυση. Κατα κάποια παράδοση, η Θεσσαλονίκη έπεσε στα χέρια του Μουράτ Β΄το 1430 μετά απο προδοσία κάποιων μοναχών της μονής Βλατάδων που τον συμβούλεψαν να κόψει τους σωλήνες υδροδότησης απο τον Χορτιάτη (όπως αναφέρει ο μέγας λογοθέτης του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης Ιέρακας (16ος αιώνας).

Σήμερα, ο Χορτιάτης είναι η αγαπημένη περιοχή των Θεσσαλονικέων φυσιολατρών, περιπατητών (και εντουράδων), ιδιαίτερα μετά την καταστροφή του Σειχ Σου το 1997. Η ευρύτερη περιοχή καλύπτεται απο ένα δίχτυ 32 μονοπατιών που περιγράφονται στο βιβλίο ‘Θεσσαλονίκη: Διαδρομές στα πέριξ’. Την επόμενη φορά που πάτε βόρεια, μην σταθείτε μόνο στις περίφημες ταβέρνες της πόλης. Ο Χορτιάτης σας περιμένει, μοναχικός, σιωπηλός, πιστός στους φίλους του, γεναιόδωρος ακόμα και στους εχθρούς του, πανέμορφος.

 

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

 

Η περιοχή του βουνού Κισσός (ή Χορτιάτης) έχει μια σημαντική ιστορική και πολιτιστική παράδοση. Αναπτύχθηκε στην σκιά της Θεσσαλονίκης που δέσποζε, σχεδόν από την ίδρυσή της, σε όλη την περιοχή της Μακεδονίας. Οι περισσότεροι οικισμοί της περιοχής έχουν παλιά ιστορία, όπως ο Χορτιάτης, το Ασβεστοχώρι, το Αρδαμέρι, ο Αγ. Βασίλειος, η Περιστερά και το Λιβάδι. Άλλοι οικισμοί, όπως το Πανόραμα και η Εξοχή, είναι πολύ νεώτεροι, ουσιαστικά προάστια της Θεσσαλονίκης δημιουργημένα μετά το 1922. Είναι χρήσιμο να ξέρουμε ορισμένα γεωγραφικά, ιστορικά και πολιτιστικά στοιχεία της περιοχής που επισκεπτόμαστε ώστε να απολαμβάνουμε καλύτερα την φύση και τα μνημεία του πολιτισμού. Πολύτιμη πηγή για την ιστορία και γεωγραφία της περιοχής στις αρχές του αιώνα είναι οι ‘Οδοιπορικές σημειώσεις’ του Ν. Σχινά, ταγματάρχη του Ελληνικού στρατού, που περπάτησε όλη την τότε τουρκοκρατούμενη Ήπειρο και Μακεδονία και προετοίμασε τις νίκες του Ελληνικού στρατού στους Βαλκανικούς πολέμους.

 

Μοναστήρι Αγίας Αναστασίας

Το μοναστήρι είναι αφιερωμένο στην Αγία Αναστασία την Φαρμακολύτρια που έζησε και μαρτύρησε στην Θεσσαλονίκη το 304 μ.Χ με κάψιμο στην πυρά κατα τους διωγμούς του Διοκλητιανού. Η Αγία Θεοφανώ, αυτοκράτειρα του Βυζαντίου, σύζυγος του Λέοντα ΣΤ’ Σοφού (886-912 μ.Χ.) ήταν η πρώτη κτήτωρ του μοναστηριού το οποίο και ευεργέτησε το 888 μ.Χ. Η μονή ανακαινίσθηκε και χτίστηκε από τον Άγιο Θεωνά το 1522, όταν την βρήκε έρημη και ερειπωμένη. Το μοναστήρι άκμασε πνευματικά και οικονομικά κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Είχε μετόχια και κτήματα στην Θεσσαλονίκη, Χαλκιδική, Βλαχία και Ρωσία. Η μονή καταστράφηκε το 1789. Πήρε ενεργό μέρος στην επανάσταση του ‘21. Τα εμπορικά της πλοία πολέμησαν στην ναυμαχία του Τορωναίου κόλπου και καταστράφηκαν. Η μονή καταστράφηκε πλήρως τις 12 Ιουνίου 1821 ακολουθώντας την μοίρα της Χαλκιδικής. Ανοικοδομήθηκε το 1832 και στις αρχές του αιώνα μας είχε περίπου 20 μοναχούς. Σήμερα έχει 2-3 μοναχούς. Από το 1921 μέχρι το 1971 λειτούργησε στο μοναστήρι εκκλησιαστική σχολή, της οποίας το κτίριο δεσπόζει στον χώρο της μονής. Η μονή ανήκει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και είναι σταυροπηγιακή (απο την στερέωση σταυρού σταλμένου απο τον Πατριάρχη στα θεμέλια σαν ένδειξη της δικαιοδοσίας του).

 

Ασβεστοχώρι

Το Ασβεστοχώρι είναι ένας παλιός οικισμός στην σκιά της Θεσσαλονίκης που χτίστηκε γύρω στο 1600 και ονομάσθηκε Νεοχώρι. Το μαρτυρούν και αρκετά σπίτια που έχουν το παραδοσιακό μακεδονικό στυλ στην πυρήνα του χωριού (παρ ότι ο χαρακτήρας του χωριού έχει αλλάξει). Οι πρώτοι κάτοικοι ήταν φύλακες της περιοχής, καταγόμενοι απο την Μάνη, που έμεναν σε ‘Κούλιες’ και φύλαγαν το ταχυδρομείο προς Κωνσταντινούπολη και τα υδραγωγεία της Θεσσαλονίκης. Αργότερα ήρθαν σλαβόφωνοι πρόσφυγες απο τις τριγύρω περιοχές, Αγραφιώτες και Βλάχοι. Οι εντόπιοι κάτοικοι (‘παεζάνοι’ κατα τους Βλάχους) άργησαν πολύ να συγχρωτισθούν με τους άλλους πρόσφυγες (κυρίως Βλάχους) και είχαν χωριστούς συλλόγους και άλλες κοινωνικές δομές. Το χωριό αναφέρεται με τρείς ονομασίες σε χάρτη του 1914: Κιρέτσκιοϊ, Νεοχώρι και Παεζάνοβο. Στις αρχές του αιώνα είχε 700 ελληνικές οικογένειες (κατά τον Ν. Σχινά), νηπιαγωγείο, παρθεναγωγείο, δημοτικό, καφεία(!) και χάνι. Οι κάτοικοι ήταν δίγλωσσοι και μιλούσαν ένα ιδιόμορφο μίγμα Ελληνικών με σλαβικές καταλήξεις. Την εποχή της Τουρκοκρατίας το χωριό ανήκε στον περίφημο μουκατά των 12 Μαντεμοχωρίων (πλούσιας αυτοδιοικούμενης κοινοπραξίας που εκμεταλευόταν τα μεταλλεία της Β. Χαλκιδικής). Στον Μακεδονικό αγώνα η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων κατάδειξε την Ελληνική εθνική της συνείδηση με ενεργό συμμετοχή. Στην γενικότερη περιοχή του βουνού Χορτιάτη έδρασαν κατα περιόδους μικρά Ελληνικά ανταρτικά σώματα, όπως του Μιχάλη Αναγνωστάκου (καπετάν Ματαπά) και του Ανδρέα Παπαγεωργίου, του Ζώη, του Αντωνίου, του Εξαδάκτυλου και του Μαζαράκη με αξιόλογη δράση μέχρι την περιοχή του Λαγκαδά, όπου ήταν ισχυρή η Βουλγαρική προπαγάνδα. Κατόρθωσαν να εξολοθρέψουν τις Βουλγαρικές ομάδες, να καστρέψουν βάσεις τους (‘πατώματα’) στην λίμνη του Λαγκαδά και να ανυψώσουν το φρόνημα των ντόπιων πληθυσμών. Κατά την κατοχή, το Ασβεστοχώρι είχε πολλά θύματα με αποκορύφωμα την ομαδική εκτέλεση 19 Ασβεστοχωριτών πατριωτών από τα στρατεύματα κατοχής και τους συνεργάτες τους, λίγο πριν την απελευθέρωση το 1944 (26/7/44). Όπως λεει και το όνομά του, αρκετοί κάτοικοι παραδοσιακά ασχολούνταν με την κατασκευή ασβέστη (Ασβεστοχώρι, Κιρέτσκιοϊ). Στην περιοχή μπορούμε να δούμε, εκτός από τα αντιαισθητικά νταμάρια που δουλεύουν και μολύνουν ακόμη, πλινθόκτιστες καμινάδες που είναι δείγματα μιάς πρώιμης βιομηχανικής αρχιτεκτονικής στην περιοχή της Θεσσαλονίκης (1924-1930).

 

Βασιλικά

Η περιοχή των Βασιλικών κατοικείται απο τους αρχαίους χρόνους. Στην θέση της υπήρχε το πόλισμα Αυγαία. Στην περιοχή των Βασιλικών βρίσκονται δύο τούμπες και μία τράπεζα (Βασιλικά Α,B,C) που ερευνήθηκαν απο τον Γάλλο L. Rey το 1916.Στο τούρκικο νεκροταφείο των Bασιλικών ο Duchesne βρήκε Ρωμαϊκή επιγραφή. Κατα την Βυζαντινή εποχή πολλά κτήματα της περιοχής ανήκαν στον αυτοκράτορα. Απο εκεί προέρχεται και το τωρινό όνομα της πόλης. Αργότερα σημαντικές εκτάσεις του κάμπου ήταν μοναστηριακά μετόχια (Ξυλορύγιον της Μονής Ιβήρων ΒΔ της πόλης, Αγία Αναστασία ΒΑ της πόλης, Μονής Μεγίστης Λαύρας στην Πισιόνα). Την εποχή της Τουρκοκρατίας ανήκε στον μουκατά των αλυκών Καραμπουρνού (είδος αυτοδιοικούμενης κοινοπραξίας που εκμεταλευόταν τις αλυκές). Κατα την επανάσταση του 1821 καταστράφηκε ολοσχερώς στις 9/6/1821 και οι κάτοικοί της σφαγιάστηκαν ή εξανδραπωδίστηκαν. Στους πρόποδες του υψώματος Βούζιαρι έγινε φονική μάχη ανάμεσα στους Τούρκους του Μεχμέτ Μπαιράμ Πασά και στους πολύ λιγότερους Ελληνες του καπετάν Χάψα. Ολοι οι Ελληνες σκοπώθηκαν πολεμώντας γενναία. Η περιοχή και σήμερα ονομάζεται ‘Κομμένοι’ ή ‘Σκιουτούδια’, απο τους νεκρούς Συκιώτες επεναστάτες. Οι Τούρκοι έθαψαν τουε 500 νεκρούς τους στην περιοχή ‘Κυπαρίσσια’ που μέχρι και σήμερα ονομάζεται ‘Τούρκικα μνήματα’. Σήμερα η πόλη ευημερεί χάρις στην γεωργία και ιδιαίτερα στα θερμοκήπια. Στους καλοφαγάδες είναι γνωστά τα λουκάνικα και το ψωμί Βασιλικών.

 

Γαλάτιστα

Η Γαλάτιστα είναι πολύ παλιό χωριό, κοντά στην αρχαία Ανθεμούντα, της οποίας η θέση δεν είναι γνωστή αλλά εικάζεται ότι βρισκόταν κάπου ανάμεσα στην Γαλάτιστα και τα Βασιλικά. Το 1949 την περιοχή βορειοανατολικά της Γαλάτιστας βρέθηκε μιά πολλή σημαντική μαρμάρινη επιγραφή του 3ου π.Χ. αιώνα. Στην περιοχή της υπάρχει η Τούμπα της Γαλάτιστας (ανήκε σήμερα στον Γαλαρινό). Ένας από τους πρώτους βασιλιάδες του Ανθεμούντος ήταν ο Μέροπας που σκοτώθηκε στην προσπάθειά του να αποκτήσει την όμορφη Παλλήνη, κόρη του Σίθωνα. Η περιοχή έγινε αργότερα μέρος του μακεδονικού βασιλείου, μετα απο παραχώρηση των Περσών στον Αμύντα Α’ (510 π.Χ.) . Ο Αμύντας την πρόσφερε σαν καταφύγιο στον έκπτωτο τύραννο των Αθηνών Ιππία το 505 π.Χ (αν και η εγκατάστασή του τελικα δεν υλοποιήθηκε). Καταλήφθηκε προσωρινά απο τους Αθηναίους το 432 π.Χ. και απο τους Ολύνθιους το 382 π.Χ. Τελικά επανήλθε το 379 π.Χ. στην Μακεδονική κυριαρχία. Υπήρχε Ανθεμούσια ίλη στο επίλεκτο ιππικό των εταίρων του Μ. Αλεξάνδρου, που την εξιστορεί ο Αρριανός στην μάχη της Ισσού. Η μεγάλη Ελληνιστική πόλη Ανθεμουσία της Μεσοποταμίας πήρε το όνομά της απο την Ανθεμούντα. Στην Γαλάτιστα βρέθηκαν απο τον Duchesne Ρωμαικές επιγραφές στην Αγία Παρασκευή, τον Αγιο Νικόλαο και σε βρύση του χωριού. Οι μαρτυρίες λένε ότι το χωριό ιδρύθηκε το 897 μΧ. Στην κωμόπολη υπάρχει Βυζαντινός πύργος και δύο νερόμυλοι (14 αιώνας), γεγονός που δηλώνει την σημασία του οικισμού στον δρόμο Θεσσαλονίκης-Χαλκιδικής. Το 1500 ήταν ιδιοκτησία του βεζύρη Ισχάκ Πασά. Την εποχή της Τουρκοκρατίας ανήκε στον περίφημο μουκατά των 12 Μαντεμοχωρίων (πλούσιας αυτοδιοικούμενης κοινοπραξίας που εκμεταλευόταν τα μεταλλεία της Β. Χαλκιδικής) μαζύ με την Βάβδο, τα Πετροκέρασα (Ραβνά), Αρναία (Λιαρίγκοβη), Στρατονίκη (Σιδηροκαύσια), Ιερισσός, Ασβεστοχώρι (Νεοχώρι), Χωρούδα, Στανός, Μεγ. Παναγιά (Ρεβενίκια), Ιερισσός και Βασιλικά. Κατα την επανάσταση του 1821, παρά την σκληρή αντίσταση η πόλη καταλήφθηκε και ισωπεδώθηκε απο τους Τούρκους στις 14/6/1821. Μάχη έγινε στην Γαλάτιστα και κατά την επανάσταση του 1854 (24/4/1854) με 65 νεκρούς Τούρκους. Μέχρι το 1900 η κωμόπολη είχε σημαντική παράδοση στην αγιογραφία. Σήμερα στο χωριό υπάρχουν ακόμη αρκετά παραδοσιακά σπίτια.

 

Θέρμη

          Η Θέρμη είναι χτισμένη στην εύφορη κοιλάδα του αρχαίου ποταμού Ανθεμούντα, σε περιοχή που είχε οικισμούς ήδη από την νεολιθική εποχή, την εποχή του χαλκού και την εποχή του σιδήρου, όπως φάνηκε απο τις ανασκαφές στην τούμπα και στην τράπεζα Θέρμης που έγιναν απο τους Γαλλους κατά τον 1ο Παγκόσμιο πόλεμο. Η Θέρμη αναφέρεται απο τον Εκαταίο τον Μιλήσιο σαν ‘Θέρμη πόλις Ελλήνων Θρηίκων’ (Θρακών). Αναφέρεται και απο τον Ηρόδοτο, Θουκιδίδη και Στράβωνα. Κατα τους Περσικούς πολέμους ήταν κέντρο επιμελητίας του Ξέρξη. Στην τούμπα βόρεια του αεροδρομίου του Σέδες βρέθηκε πλούσιος μακεδονικός τάφος με  πολλά κτερίσματα όπως χρυσό διάδημα και κοσμήματα. Στην Βυζαντινή εποχή ονομαζόταν Σέδες και ήταν ένας ακμαίος οικισμός του Θέματος της Θεσσαλονίκης και αργότερα του Βάνδου ή Καπετανικίου Καλαμαρίας, δίπλα στην Θεσσαλονίκη με πλούσια περιβόλια και μοναστηριακά μετόχια. Κατά την Τουρκοκρατία κατοικήθηκε κυρίως από Τούρκους εποίκους λόγω της ευφορίας του εδάφους της. από την εποχή εκείνη σώζεται ακόμη ένας μιναρές (μάλλον σε κακή κατάσταση). Τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας η Θέρμη (Σέδες) ήταν ένα τεράστιο τσιφλίκι του Σουλειμάν Πασά και οι κάτοικοί της ήταν κολίγοι μέχρι την απελευθέρωση. Στην περιοχή είχαν εγκατασταθεί πολλοί Τούρκοι, μιάς και το έδαφος ήταν εύφορο. Η πόλη όμως είχε πάντα και έντονο ελληνικό στοιχείο, όπως πχ μαρτυρεί η εκκλησία του Αγίου Νικολάου που κτίστηκε το 1851. Μετά τον 1922 στην Θέρμη εγκαταστάθηκαν πολλοί πρόσφυγες από την Ανατολική Ρωμυλία, την Θράκη και τον Πόντο. Σήμερα η Θέρμη είναι φημισμένη στους καλοφαγάδες για τις χασαποταβέρνες της.

 

Λιβάδι

         Το Λιβάδι είναι παλιός χωριό στα νότια του Κισσού. Η εκκλησία του Αγίου Αθανασίου χρονολογείται το 1818. Καταστράφηκε το 1821 απο τους Τούρκους για αντίποινα στην επανάσταση της Χαλκιδικής, όπως και το μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας με το οποίο το χωριό είχε ανέκαθεν στενές σχέσεις. Aπο το Λιβάδι κατάγονται οι Μακεδονομάχοι καπετάν Νικόλας Μαυραντζάς (1881-1960) και Ανδρέας Βενετόπουλος (1870-1929) που πολέμησαν τους Τούρκους στην μάχη του Ομβριανού κατα την διάρκεια του μακεδονικού αγώνα. Στο ύψωμα Ομβριανός, ανάμεσα στο χωριό και το μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας, κατα τον Μακεδονικό Αγώνα, στις 2 Μαίου 1905, έγινε σφοδρή μάχη ανάμεσα στο Ελληνικό αντάρτικο σώμα του Ι. Νταφώτη με 80 άνδρες και τον Τουρκικό στρατό μετά απο Βουλγάρικη προδοσία. Η μάχη αυτή κλόνισε το ηθικό των Βουλγάρων που ήταν ισχυροί στην περιοχή Λαγκαδά και θέλαν να επεκτείνουν την επιρροή τους μέχρι την κοιλάδα του Ανθεμούντα και ενίσχυσε το φρόνημα των ντόπιων Ελληνικών πληθυσμών. Πρίν τον πόλεμο του 1940 ήταν παραθεριστικό κέντρο Θεσσαλονικέων, εξαιτίας του θαυμάσιου δάσους του και είχε περίπου 1000 κατοίκους. Στην κατοχή ήταν έδρα του τάγματος Χορτιάτη του ΕΛΑΣ με διοικητή τον καπετάν Κίτσο. Μετά τον πόλεμο γνώρισε την παρακμή, όπως και πολλά άλλα χωριά στην χώρα μας. Το δάσος όμως το ξανάκανε πολυσύχναστο τόπο παραθερισμού, όπως μαρτυρεί και η πρόσφατη ανοικοδόμηση του με όμορφα εξοχικά. Τα χωράφια του χωριού βρίσκονταν παλιά στον κάμπο του Ζαγκλιβερίου. Ορισμένοι κάτοικοι του Λιβαδιού που είχαν κτήματα εκεί άρχισαν να κατοικούν μόνιμα στις καλύβες και τα σπίτια που έκτισαν. Ετσι δημιουργήθηκαν δύο νέα χωριά η Σαρακήνα και ο Αγιος Χαράλαμπος (Τσιφλίκι). Οι κάτοικοί τους εξακολουθούν να έχουν δεσμούς με το Λιβάδι.

 

Πανόραμα

        Το πανέμορφο Πανόραμα είναι ένας πολύ πρόσφατος οικισμός. Μόλις στα 1914 πρόσφυγες από την Μ. Ασία εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Το πρώτο του όνομα ήταν Αρσακλή. Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Σύμμαχοι εγκατέστησαν εκεί πρόχειρο νοσοκομείο. Το 1922 πρόσφυγες κυρίως από την Τραπεζούντα και την Αργυρούπολη ρίζωσαν στον οικισμό. Μετά τον πόλεμο το Αρσακλή έγινε στην αρχή παραθεριστικό κέντρο. Άλλαξε όνομα, μεγάλωσε και έγινε το πιο πλούσιο (και χλιδάτο) προάστιο της Θεσσαλονίκης. Παρ’ όλη την άναρχη δόμησή του είναι όντως το πιο όμορφο προάστιό της. Στην ρεματιά που περνά απο τα Πλατανάκια υπήρχαν απο παλιά ονομαστά μυλοτόπια με αρκετούς νερόμυλους. Ορισμένοι χρονολογούνται απο την Βυζαντινή εποχή. Επειδή οι κλίσεις του εδάφους ήταν μεγάλες, το ίδιο νεραύλακο τροφοδοτούσε μέχρι και τρείς μύλους στην σειρά.

 

Περιστερά

       Η Περιστερά είναι πολύ παλιός οικισμός που διατηρούσε μέχρι πρόσφατα την χαρακτηριστική μακεδονική αρχιτεκτονική στα σπίτια της (δυστυχώς όχι πλέον λόγω του άναρχου χτισίματος). Στο κέντρο του χωριού είναι ο πανέμορφος ναός του Αγίου Ανδρέα, παλιό καθολικό της μονής των Περιστερών ή του Περιστερώνος, απ όπυ και το όνομα του χωριού. Κατ΄ άλλους το όνομα έχει σλαβική προέλευση (από το ‘μπιστιρά’). Η αρχιτεκτονική του ναού είναι σπάνια μιάς και ο ναός είναι τετράκογχος σταυρικός και έχει πέντε τρούλους. Στο προαύλιό του βλέπουμε αρχαία γλυπτά, προφανώς από τοπικές ανασκαφές. Στην πλατεία δίπλα της υπάρχει μιά πανέμορφη βρύση-πηγή με πολύ νερό όλο τον χρόνο. Η μονή ιδρύθηκε από τον Άγιο Ευθύμιο τον νέο το 870 μΧ και έδωσε το όνομά της στο χωριό. Το χωριό παραχωρήθηκε στην Μονή Μεγίστης Λαύρας το 964 μΧ. Αναφέρεται σαν οικισμός το 1109μΧ. Το 1321 στο χωριό υπήρχαν ασημόμυλοι, δείγμα μεταλλευτικών δραστηριοτήτων. Στην περιοχή υπάρχουν ‘αγραμάδες’, λιθοσωροί που δείχνουν την εκμετάλλευση παλιών επιφανειακών χρυσοφόρων στρωμάτων στην αρχαία εποχή (οι αρχαίοι χρυσοθήρες μετακινούσαν τις πέτρες σε κοίτες χειμάρρων ώστε να αποκαλυφθούν καινούριες φλέβες χρυσού). Στην περιοχή βρέθηκαν και Βυζαντινά μεταλλεία. Οι κάτοικοι δέχθηκαν μεγάλες θρησκευτικές διώξεις στο διάστημα 1791-1801 με στόχο τον εξισλαμισμό τους. Το χωριό καταστράφηκε απο τον Εμπού Λεμπέτ μπέη μετα την αποτυχία της επανάστασης το 1821. Οι Περιστεριανοί, όπως και οι Χορτιατινοί, έχουν το έθιμο του καψίματος του ‘Αφανού’ κατα την Ανάσταση.

 

Χορτιάτης

      Ο Χορτιάτης, γνωστός με το προελληνικό θρακικό όνομα “Κισσός” (αρχαικά ‘Κίσσος’), είναι από τους παλιότερους οικισμούς της περιοχής, γνωστός ακόμα από τα χρόνια του Ηροδότου. Σύμφωνα με τον Στράβωνα, ο βασιλιάς της Θράκης Κισσεύς (ή Κισσής) έχτισε στους πρόποδες του βουνού την πρωτεύουσά του, τον Κισσό. Κόρη του ήταν η Θεανώ και εγγονοί του ο Κόωνας και ο Ιφαδάμαντας, που σκοτώθηκαν απο τον Αγαμέμνονα μετά απο σκληρή μάχη κατα τον Τρωικό πόλεμο. Την ύπαρξη οικισμών μαρτυρούν και αρχαιολογικά ευρήματα που βρέθηκαν στην κορυφή του βουνού όπου υπήρχε αρχαίο κάστρο του 4ου αιώνα π.Χ. Από τους Ρωμαϊκούς χρόνους, η περιοχή τροφοδοτούσε την Θεσσαλονίκη με νερό. Ερείπια του υδραγωγείου σώζονται δίπλα στο χωριό. Κατά την Βυζαντινή Εποχή η περιοχή γνώρισε νέα ακμή με την ίδρυση λαμπρών μοναστηριών με σημαντικότερη την “Μονή του Χορταΐτου” ερείπια της οποίας σώζονται και σήμερα στο χωριό. Το όνομα του σημερινού χωριού είναι παραφθορά του ονόματος της μονής. Στο μοναστήρι αυτό κατέφυγε για να σωθεί ο ‘δεσπότης’ (διοικητής) της Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνος κατά την στάση της πόλης το 1322 εναντίον του Βυζαντινού αυτοκράτορα Ανδρόνικου του Β’. Η περιοχή αναφέρεται από ιστορικούς όπως τον Ιωάννη Καμενιάτη και τον Μιχαήλ Χατζή Ιωάννου. Από την Βυζαντινή Εποχή σώζεται το πανέμορφο εκκλησάκι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος νησιωτικού οκταγωνικού τύπου του 12ου αιώνα. Τα δείγματα αυτής της αρχιτεκτονικής είναι πολύ περιορισμένα στην ηπειρωτική Ελλάδα. Οι Τούρκοι κατέστρεψαν την μονή αλλά το χωριό επέζησε. Το αναφέρει ο Ιταλός περιηγητής Lorenzo Bernanto το 1591 σαν Cortacchi και ο Τούρκος περιηγητής Εβλιά Τσελεμπή στις περιηγήσεις του τον 17ου αιώνα. Το χωριό ελευθερώθηκε το 1912 μαζί με την υπόλοιπη Μακεδονία. Τότε είχε 300 ελληνικές οικογένειες, σχολείο αρρένων, νηπιαγωγείο και χάνι. Κατά την κατοχή πήρε ενεργό μέρος στην Αντίσταση. Το χωριό γνώρισε ένα πραγματικό ολοκαύτωμα όταν στις 2 Σεπτεμβρίου 1944 οι Γερμανοί έκαψαν το χωριό και σκότωσαν 149 κατοίκους. Πολλούς από αυτούς τους έκαψαν ζωντανούς στον φούρνο Γκουραμάνη. Ένα χαρακτηριστικό επάγγελμα των Χορτιατινών ήταν η παγοποιία για την οποία αναφέρουμε αναλυτικά στις διαδρομές που περιγράφονται στο βιβλίο. Ο Σχινάς αφιερώνει ολόκληρο υποκεφάλαιο για το χωριό και το βουνό, που λεει ότι το επισκέπτονται ‘οι ερασταί του φυσικού κάλλους’. Αναφέρει δύο διαδρομές από την Θεσσαλονίκη προς το χωριό. H πρώτη ξεκινούσε από το επταπύργιο και ανηφόριζε περίπου όπως ο σημερινός ασφαλτόδρομος Επταπύργιο-Φιλίππειο-Εξοχή. Την διαδρομή αυτή χρησιμοποιούσαν οι Χορτιατινοί με τα άλογά τους μέχρι μετά την κατοχή. Η δεύτερη διαδρομή ξεκινούσε από την πύλη Βαρδάρ ή Γενί Καπού στην Δυτική πλευρά της Θεσσαλονίκης και ανηφόριζε την κοιλάδα του Ασβεστοχωρίου, περίπου όπως κάνει ο ασφαλτόδρομος Ρεντζίκι-Ασβεστοχώρι-Εξοχή-Χορτιάτης. Το πνευματικό κέντρο του χωριού εξέδωσε ένα πολύ καλό βιβλίο με την ιστορία του χωριού [1]. Επίσης η τοπική εφημερίδα “Χορτιάτης 570” εξέδωσε έναν μικρό καλαίσθητο οδηγό των μνημείων του χωριού [2].

 
[Επιστροφή στην αρχική σελίδα]